Odd04

Διαταραχὴ [1]

Ὁ Πέτρας Κόλνας δὲ συναντοῦσε ευχνά τοὺς Σοβιετικούς του φίλους. Εἶχε τὴ δική του ζωὴ καὶ τριγυρνοῦσε στὴν κουζίνα τοῦ ἐστιατορίου του μὲ ἕνα μπὼλ στὸ χέρι, δοκιμάζοντας τὰ πάντα. Εἶχε πάρει κάποια κιλὰ μετά τὸν πόλεμο. Ἀλλὰ τὶ κομψὸς ποὺ φαινόταν, μέ τὴ νέα του, κατάμαυρη στολὴ ἀρχισέφ, ποὺ ἔφερε μιὰ καρφίτσα τοῦ Ῥοταριανοῦ Ὀμίλου στὸ πέτο. Ἡ γυναῖκα καί τὰ δύο του παιδιὰ ἦταν χαριτωμένα, μὲ γερμανικὰ χαρακτηριστικά. Τὰ κατακόκκινα μαλλιὰ καὶ οἱ φαβορίτες του ἔλαμπαν στὸν ἥλιο σὰν τρίχωμα γουρουνιοῦ, καθῶς τὰ μπλέ, στὸ χρῶμα τοῦ κοβαλτίου μάτια του συνάντησαν τὰ δικά της πάνω ἀπό τὴν ταμειακὴ μηχανή.
«Καλησπέρα σας, κύιε Κόλνα.»
Γιὰ μερικὲς στιγμὲς ἐμοιαζε χαμένος στὸ ποιὰ ἦταν αὐτή.
Ἐκείνη δὲ θά τὸν κατηγοροῦσε, σίγουρα ἔδειχνε ἐντελῶς διαφορετικὴ ἀπό τὸ παιδάκι ποὺ εἶχε πιάσει γιὰ μιὰ στιγμὴ τὸ μάτι του, κρεμασμένο ἀπό τὸ μανίκι τοῦ μεγάλου του ἀδερφοῦ, νὰ ῥωτάει πότε θὰ ἔφευγε ὁ «κοκκινοπρόσωπος». Πράγματι, ὁ Πέτρας Κόλνας εἶχε πιεῖ τόσο πολὺ μέ τὸν κύριο Ντόρτλιχ στὴν τελευταία γιορτινὴ βραδιὰ «ποὺ-ἔγινα-Ὑπολοχαγὸς Ντόρτλιχ τῆς Σοβιετικῆς Συνοριακῆς Φρουρᾶς», ποὺ, ὡς ἀποτέλεσμα, τὸ χρῶμα τοῦ προσώπου του θύμιζε ἐκεῖνο μιὰς φρεσκοκομμένης τομάτας. Καί, διάβολε, ὲκεῖνο τὸ δεκάχρονο κοριτσάκι μέ τὰ κοντά, καστανά, μαλακὰ καὶ ἀφράτα μαλλιά, τὸ μονίμως σκυθρωπὸ πρόσωπο, τὰ μικροσκοπικὰ χεράκια, τὰ ποδαράκια ποὺ ἔμοιαζαν μὲ ξυλάκια, τὰ ὀρθάνοιχτα μάτια καί τὸ χλωμὸ δέρμα δὲν ἦταν πιὰ ὑπὸ καμία ἔννοια μικρὸ καὶ ζαχαρένιο, σὰν τὴν ἀδελφή του τὴ Σόνια.
Ἐκεῖνο τὸν καιρό –ἀλίμονο!– δὲν φαινόταν νὰ εἶναι τὸ παιδὶ ποὺ γονεῖς ὅπως ὁ Φεαντόρ Ντραγκούνωφ καὶ ἡ Ἀκιλίνα Ἀρλόφσκαγια εἶχαν δικαίωμα νὰ προσμένουν. Καὶ σίγουρα ὄχι τὸ παιδὶ ποὺ θὰ εἶχε τὴν τιμὴ νὰ ἔχει κηδεμόνα τὸν Ἐνρίκας Ντόρτλιχ, Ὑπολοχαγό τῆς Σοβιετικῆς Συνοριακῆς Φρουρᾶς. Παρόλα αὐτά, ἐπί τοῦ παρόντος, τὸ δεκάχρονο ποὺ εἶχε γἰνει ἔξαλλο στὴ θέα ἑνὸς τσούρμου παλιῶν φίλων ἀπό τὴ Σοβιετικὴ Ἔνωση μέ τὶς στρατιωτικὲς στολές τους, νὰ γιορτάζουν τὴν προαγωγή τοῦ πατέρα της σὲ Ὑπολοχαγὸ τῆς Σοβιετικῆς Συνοριακῆς Φρορᾶς, εἶχε γίνει μια δεκαοχτάχρονη δεσποινίς, μέ τὸ πλούσιο στῆθος της νὰ φουσκώνει κάτω ἀπό τὸ μποῦστο τοῦ μαύρου μεταξωτοῦ φορέματος ποὺ φοροῦσε, κρύβοντας ἀπὸ κάτω του μιὰ ὄμορφη παράταξη, ἕνα τέλειο σύνολο ἀπὸ καμπύλες, ὀνειρικὲς ὅσο καὶ οἱ καμπύλες τῶν μαλακῶν της μαλλιῶν πού, σιδερωμένα σὲ τέλειες μποῦκλες, πλαισίωναν ἕνα πρόσωπο τοῦ ὁποίου τὰ σαρκώδη χείλη ἦταν βαμμένα μὲ σκοῦρο κραγιόν. Μάτια σὲ ἐξίσου σκοῦρο τόνο τὸν κοίταζαν ἐπίμονα, ἐξετάζοντας μὲ προσοχή τὴν κάθε του κίνηση, ἀκτινοβολῶντας μιὰ ζωηρὴ λάμψη κάτω ἀπό τὴ σκιά τοῦ ἀντρικοῦ καπέλου ποὺ φοροῦσε.
Ἕνα ἀντρικὸ καπέλο διακοσμημένο μὲ μιὰ μαύρη κορδέλα.
Στεκόταν ἐκεῖ, λοιπόν, μπροστά του˙ φαινόταν πέρα άπὸ ὅποιαδήποτε θεωρητικὴ ἤ πρακτικὴ βελτίωση.
«Ὦ! Καλησπέρα, παιδί μου. Καιρὸ ἔχω νά σὲ δῶ.»
«Ἑἶμαι ἐδῶ ἐκ μέρους τοῦ πατέρα μου. Θέλει ἐκείνους τοὺς Σκωτσέζικους λαγοὺς πού τοῦ εἴπατε περίπου μιὰ βδομάδα πρίν. Εἶπε ὅτι θὰ ἦταν ἐδῶ σήμερα.»
Τὸν παρακολούθησε καθῶς ἐκεῖνος ἔκανε προσπάθεια νὰ θυμηθεῖ τὴν τελευταία φορὰ ποὺ εἶχε χτύπησε τὸ τηλέφωνο στὸ ὑπόγειο τοῦ ἐστιατορίου του, γιὰ νὰ ἐπισημάνει κάποια ἐπιθυμία τοῦ Ντόρτλιχ, ἀπό τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γραμμῆς.
Ἐκείνη βεβαίως καί τὸ θυμόταν ἐπειδή, μιὰ βδομάδα πρίν, ὁ Ντόρτλιχ εἶχε σταματήσει σὲ ἕναν τηλεφωνικὸ θάλαμο στὸ δρόμο τους γιά τὸ σπίτι άπό τὸ ἀστυνομικὸ τμῆμα –«τούς», ὑποδεικνύοντας ὅτι ἐκείνη καὶ ὁ Σέργκεαντ Σβένκα, ποὺ θὰ ἀναπλήρωνε τὴ βάρδιά του μετὰ ἀπὸ αυτόν, ἦταν καὶ αὐτοί ἐπιβάτες στὴν ἀστυνομική του λιμουζίνα–. Ἡ ὑπεραστικὴ γραμμὴ στὰ βορειοδυτικά τοῦ Βίλνιους ἔκανε χιόνια καὶ παρεμβολὲς καὶ ὁ Ντόρτλιχ χρειάστηκε νὰ βάλει ἕνα μετρητὴ σήματος στὸ τηλέφωνο καὶ νὰ παρακολουθεῖ τὴ βελόνα, σὲ περίπτωση ποῦ τὸν παράκουγαν.
Τὸ τηλέφωνο χτυποῦσε γιὰ περίπου πέντε λεπτὰ πρὶν νά τὸ σηκώσουν, καὶ ὅταν ὁ Ντόρτλιχ ἐπέστρεψε στὸ αὐτοκίνητο, ὁ Σέργκεαντ Σβένκα δὲν μπόρεσε νὰ συγκρατήσει ἕναν μικρὸ καγχασμὸ βλέποντας τὸ ἐκνευρισμένο πρόσωπό του, πρὶν νὰ καταπιεῖ καὶ αυτό τὸ ἀθῶο γελάκι, καθῶς ὁ Ντόρτλιχ τὸν χαστούκισε στὸ πρόσωπο.
«Δεῖξε λίγο σεβασμό! Κάποιος πρέπει νὰ ἀπαντάει γρηγορότερα!»
Μέχρι τὸ σπίτι ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη σιωπή, ὁ Σέργκεαντ Σβένκα ἦταν ἀπερίγραπτα ντροπιασμένος, μέ τὰ ἔντονα ζυγωματικά του νὰ φουντώνουν κατακόκκινα, καὶ ἡ Χαριτίνη ἀδιάφορη ὅσο ποτέ. Τίποτα δέν τὴν ἔπνιγε περισσότερο ἀπό τοὺς καβγάδες ποὺ ξεκινοῦσαν ἀπὸ καθημερινὰ γεγονότα.
Αὐτά τὰ αἰσθήματα σχεδὸν δὲν μὲ ἀφοροῦν πιά.
Ὅσο γιά τὸν κύριο Ντόρτλιχ, μονάχα μουρμούρισε ἕνα «Κόλνας, ὁ Ἐπιτυχημένος! Ὁ Ἐστιάτωρ! Ὁ Γευσιγνώστης! Θυμηθεῖτε μας στὶς προσευχές σας, Μεσιέ! Τὶ ἀψεγάδιαστος ποὺ εἶναι!»
Ἡ Χαριτίνη ἀναρωτήθηκε ποιός στὸ διάολο θὰ συμπεριλάμβανε ἀνθρώπους σὰν αὐτούς στὶς προσευχές του.
Ὁ κύριος Κόλνας σίγουρα ὄχι.

«Α, ναί, βέβαια. Περίμενε μιὰ στιγμή, σὲ παρακαλῶ, Θὰ πῶ στὸν ἀρχισερβιτόρο νά τοὺς φέρει.»
«Ὄχι.»
Ἡ Χαριτίνη τὸ ξεστόμησε αὐτὸ τόσο ἀπότομα ποὺ ὁ μόνος ὲπιτυχὴς χαρακτηρισμός τοῦ τόνου της θὰ ἦταν «ἀπαιτητικός», ἄν ὄχι «προστακτικός».
«Συγγνώμη;»
Ὁ Πέτρας Κόλνας πιάστηκε λίγο ξαφνιασμένος –γιὰ νὰ μὴν ποῦμε ἐντελῶς αἰφνιδιασμένος– στὸ ἄκουσμα ἑνὸς τόσο ἐπιτακτικοῦ τόνου άπὸ ἑνα τόσο μικρόσωπο κορίτσι ποὺ δὲν τοῦ φαινόταν μεγαλύτερο ἀπὸ τὴν ἀξιολάτρευτη σγουρομάλλικη κοροῦλα του, ποὺ φοροῦσε φουφοῦλες καὶ ἕνα δαντελωτὸ φιόγκο καὶ ἴσα ποὺ περπατοῦσε ἀνάμεσα στὰ τραπέζια, μέ τοὺς πελάτες νά τῆς χαμογελοῦν, κάθε φορὰ πού τὴν ἔφερνε στὸ ἐστιατόριο στὸ δρόμο του γιά τὴν ἐκκλησία.
«’Εννοῶ, εἶναι ἤδη γδαρμένοι;»
«Ὄχι, δὲν εἶναι. Εἶμαι σίγουρος ὅτι ὁ πατέρας σου ξέρει–»
«Θέλω νά τοὺς δῶ γδαρμένους. Τῶρα.»
«Συγγνώμη;»
Ἡ Χαριτίνη ἔστρεψε τὰ μάτια της πρός τὰ πάνω, σὲ μια ἀνοιχτὴ ὑπόδειξη τοῦ πόσο γελοῖος άκουγόταν ὁ Πέτρας Κόλνας, μέ τὴν ἀμήχανη ἀντίδρασή του στὸ ἄκουσμα τῆς ἁπλῆς ἐπιθυμίας τῆς πελάτισσᾶς του.
«Λέω ὁτι μπορῶ νὰ πληρώσω κάτι παραπάνω γιὰ νά τοὺς πάρω γδαρμένους ἀπὶ πρίν. Καὶ θέλω ναά τὸ κάνετε ἐσεῖς, ἀφοῦ τὸ ἀναλάβατε.»
«Ὦ ναι. Βέβαια. Θὰ ἦθελες νὰ περιμένεις ἐδῶ;Τὶ θὰ ἔλεγες γιὰ λίγο παγωτὸ μὲ φροῦτα καὶ σιρόπι;»
Τὸ σιωπηλὸ γέλιο τῆς Χαριτίνης ἀντίχησε στοὺς τοίχους τοῦ μυαλοῦ της μέ τὴν τελευταία, ἀπεγνωσμένη προσπάθεια τοῦ Πέτρα νὰ δώσει ἕνα τέλος σὲ ὅλους τοὺς μπελάδες πού τοῦ δημιουργοῦσε.
Ἀλλὰ δὲν ἦταν παιδί, γιὰ νὰ ξεγελιέται εὔκολα μὲ μιὰ χοῦφτα καραμέλες.
«Ὄχι, εὐχαριστῶ. Θὰ ἤθελα νὰ βλέπω.»
Ὁ Πέτρας Κόλνας τὴν κοίταξε μὲ περιέργεια. Εκείνη τοῦ ἐπέστρεψε τὸ βλέμμα, σχεδὸν χαρούμενα. Πρέπει νὰ εἶχε διακόψει τὴν ἐπίσκεψή του στὸ ἐστιατόριο γιὰ νὰ μαζέψει φιλανθρωπίες στὸ δρόμο του γιά τῆν ἐκκλησία. Καὶ τῶρα ἐκείνη τοῦ προσέθετε τὸ μπελαλίδικο καθῆκον τοῦ νὰ ἱκανοποιήσει τὰ καπρίτσια της.
Θυμόταν νὰ στηρίζει τὰ μέτωπό της στὸ κλουβὶ μέ τοὺς συκοφάγους[2] ποὺ βροσκόταν κοντά στὴν εἴσοδο τοῦ ἐστιατορίου τοῦ Κόλνα. Διατάγματα κατά τοῦ σερβιρίσματος τῶν συκοφάγων ἔρχονταν καὶ παρέρχονταν. Ἦταν καταγεγραμμένοι στὸ μενοὺ ὡς κορυδαλλοί. Οἱ μικροὶ σωροὶ ἀπὸ πούπουλα εἶχαν γυρίσει τὰ κεφάλια τους γιὰ νά τὴ δοῦν, χρησιμοποιῶντας ἕνα μάτι κάθε φορά.
Τὰ τραγούδια τους ἦταν ἡ Βαλτικὴ διάλεκτος.
«Εἶστε ἀκριβῶς ὅπως έμεῖς», τοὺς εἶπε.
«Μυρίζεστε τοὺς ἄλλους ποὺ μαγειρεύουν, ἀλλὰ καὶ πάλι προσπαθεῖτε νὰ τραγουδήσετε.»
In venere veritas[3].

Περπάτησαν στὸ διάδρομο πρός τὰ σκαλιὰ ποὺ ὁδηγοῦσαν στὴν κουζίνα τοῦ ἐστιατορίου. Στὸ δρόμο συνάντησαν τὸν βοηθό τού ἐστιατορίου, ποὺ κουβαλοῦσε ἕνα καλάθι μὲ λερωμένες πετσέτες φαγητοῦ. Ὁ Πέτρας Κόλνας τὸν χαιρέτησε μὲ μιὰ μικρὴ χειρονομία καὶ ἡ Χαριτίνη άγγίζοντας τὸ καπέλο της, ὅπως θὰ ἔκανε ἕνας τζέντλμαν, ἀφήνοντάς τον ἐμβρόνητο.
Γλίστρησαν στὴν κουζίνα –ἕνα ἀμερικάνικο πλυντήριο πιάτων μέσα σὲ ἕνα καφάσι ἀποτελοῦσε τὸ μεγαλύτερο μέρος της–. Ἡ Χαριτίνη ἔσκυψε γιὰ νὰ διαβάσει τὴν ἐτικέτα.
Ὁ Πέτρας Κόλνας ἔβγαλε τὸ παλτό του καὶ μάζεψε πάνω τὰ μανίκια του καθῶς ἄνοιγε τὸ ψυγεῖο, ἐμφανίζοντας τὰ σὠματα δύο σκωτσέζικων λαγῶν, μέ τὸ ξασπρισμένο καφεκίτρινο τρίχωμά τους διάσπαρτο μὲ σταγονίτσες πάγου.
«Πόσο μικρά, πόσο ὄμορφα.» εἶπε ἡ Χαριτίνη, μέ τὸ αἷμα νά τῆς ἀνεβαίνει ξαφνικά στὸ κεφάλι στὴ θέα τῶν νεκρῶν ζώων στὰ χέρια τοῦ Πέτρα.
Ὁ Πέτρας δὲν ἀπάντησε καί τῆς γύρισε τὴν πλάτη γιὰ νὰ σταθεῖ μπροστὰ στὸ νεροχύτη.
Οἱ ἀκτίνες τοῦ ἥλιου φιλτράρονταν ἀπό τὴν κοντή, ἄσπρη κουρτίνα τοῦ μοναδικοῦ παραθύρου πάνω ἀπό τὸ νεροχύτη. Τὸ δωμάτιο ἦταν σχετικὰ δροσερὸ καὶ σκοτεινό.
«Ὁ κύριος Κόλνας, τριγυρισμένος άπὸ μπώλ.»
Μίλησε ξανά, χαμηλόφωνα, σχεδὸν ψιθυριστά. Αὐτὴ τή φορὰ ὁ Πέτρας γύρισε, γιὰ νά τὴ δεῖ στηριγμένη στὸν τοῖχο, μέ τὸ καπέλο της κατεβασμένβο, νὰ ῥίχνει μιᾶ ἀπειλητικὴ σκιὰ σὲ ὅλο της τὸ πρόσωπο. Ἔνιωθε τὴ συνηθισμένη μοχθηρὴ ἱκανοποίηση, ἔχοντας κάνει τὸν ἄνδρα νὰ ἱδρώσει.
«Τὶ θέλεις;»
Ἡ Χαριτίνη ἀγνόησε ἐντελῶς τὴν ἐρώτησή του καὶ ἦρθε στὸ θαμπὸ φῶς, μὲ μιὰ παιχνιδιάρικη ἄκφραση στὰ νεανικά της χαρακτηριστικά. Ἔκανε τὸ γύρο τοῦ τραπεζιοῦ, ἀπειλητικὴ σὰν μιὰ γάτα ποὺ τριγυρνάει τὸ ποντίκι ποὺ θὰ γίνει ἡ λεία της.
Στάθηκε πίσω του.
«Ὁ Κόλνας στὸν παράδεισο τῶν μπώλ. Τριγυρισμένος άπὸ μπώλ.»
Πέρασε τὸ χέρι της γύρω ἀπό τὴ μέση του καὶ ἀκολούθησε τὴ γραμμή τῶν κουμπιῶν τοῦ γιλέκου του.
«Θέλω νά σὲ δῶ, κύριε Κόλνα. Νά σὲ δῶ νὰ γδέρνεις αὐτά τὰ κουνελάκια.»
Ἔχωσε τὸ πρόσωπό της στὴν πλάτη του, μέ τὸ μαλακό ὕφασμα τοῦ γιλέκου του νὰ τρίβεται στὴ μύτη της καί τὸ ἄρωμά του μιὰ ἀνάμειξη κολόνιας καὶ κρασιοῦ. Δείπνο σὲ γυαλί.
Ἔνιωθε τὴν καρδιλα του νὰ χτυπᾶ, νὰ χτυπᾶ, νὰ χτυπᾶ...
Πίεσε τὰ χείλη της στὸ ὕφασμα, ἀφήνοντας ἕνα λεκὲ πάνω ἀπό τὴ μέση του.
Ἔβλεπε ὅτι ὁ ἄνδρας ἔτρεμε τὸ κορίτσι μέ τὴν περιποιημένη ἐμφάνιση ποὺ κολλοῦσε στὴν πλάτη του καί τὸν ἀφόπλιζε μὲ τὴ μοναξιά της καί τὴ δίψα της γιὰ αἷμα. Ἀργά, ὅσο ἀργὰ οἱ βαμβακερὲς ἴνες τῆς κουρτίνας ἐμπόδιζαν τὸ φῶς τοῦ ἥλιου νὰ μπεῖ στὸ δωμάτιο, ἐκείνη ἀποτραβήχτηκε ἀπὸ πάνω του καὶ στάθηκε δίπλα του. Ὁ Πέτρας δὲ γύρισε νά τὴν κοιτάξει. Ἦταν συγχισμένος ὅσο ποτὲ ἀλλά τὰ χέρια του δὲν ἔτρεμαν, ἦταν ἀποφασισμένος νὰ δὠσει ἕνα τέλος σὲ αὐτή τὴν ἀντελῶς μπερδεμένη κατάσταση στὴν ὁποία τὸν εἶχαν ὑποβάλλει. Πῆρε ἕνα κυνηγητικὸ μαχαίρι καὶ γιὰ μιὰ στιγμὴ ἡ παγωμένη του λεπίδα ἔλαμψε στὸν ἥλιο, κάνοντάς το νὰ φαίνεται τὸ πλέον κατάλληλο ὅπλο γιὰ νὰ διαπεράσει τὸ δέρμα κάθε ζωντανοῦ ὄντος. Ἔρπαξε ἕναν ἀπό τοὺς λαγούς –τὸν μεγαλύτερο– ἀπό τὸ σβέρκο καὶ τρύπησε τὸ λαιμό του μέ τὴν ἄκρη τοῦ μαχαιριοῦ. Προχώρησε κόβοντας γύρω ἀπό τὸ λαιμὸ καὶ ὕστερα, χρησιμοποιῶντας καί τὰ δύο χέρια, τράβηξε τὸ δέρμα πρός τὰ κάτω μὲ μιὰ γρήγορη κίνηση, γδύνοντας τὸ ζῶο γιὰ νὰ ἀποκαλύψει ἕνα γυαλιστερὸ στρῶμα λίπους, ποὺ ἔμοιζε ἀρκετὰ μὲ ξεφλουδισμένο κρεμμύδι. Ὁ γδαρμένος λαιμός κρεμόταν νεκρωμένος, μέ τὸ κεφάλι τοῦ λαγοῦ μέ τὰ μαῦρα στὶς ἄκρες ἀφτιὰ νὰ κρέμονται ἀπό τὴν ἄκρη του. Δὲν ἦταν πιὰ ἕνας λαγός. Ἦταν ἁπλῶς μιὰ ἄλλη μορφὴ στὴν ὁποία ἡ ζωὴ εἶχε ἐπιλέξει νὰ ἐμφανιστεῖ. Λίγο λίγο, τὸ ἐνδόδερμα καὶ ἡ λεπτότητά του ἐμφανίστηκαν μπροστά στὴ Χαριτίνη χωρίς νὰ ἔχουν τίποτα τὸ ἀποκρουστικὸ ἐπάνω τους. Μέσα ἀπὸ αὐτὸ μποροῦσε νὰ μετρήσει τὰ πλευρὰ καὶ πίσω τους, φανταζόταν –ὄχι, ἔνιωθε– τὸ γνώριμο παλμό τῶν σωθικῶν του.
«Πῶς σοῦ φαίνεται, κύριε Κόλνα; Δὲν εἶναι πολὺ γυμνό; Δὲν ξέρω, εἶναι σωστό; Φαίνεται τόσο ἄσεμνο...»
Ὁ Πέτρας Κόλνας συνέχισε νὰ γδέρνει τὸ ζῶο μέ τὰ γυμνά του χέρια λεκιασμένα τῶρα ἀπό τὸ αἷμα, καὶ ὅταν τελείωσε, πέταξε ὅλο τὸ δέρμα.
«Τῶρα μιλᾶς σωστά! Εἶναι ἐντελῶς ΓΥΜΝΟ. Τὸ ΒΛΕΠΩ.»
Ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ πῆρε τὸ μαχαίρι ἀπό τὰ χέρια τοῦ Πέτρα.
Ἐκεῖνος δὲν ἀντιστάθηκε, σχεδὸν μὲ χαρά τῆς τὸ ἔδωσε.
Ἐντελῶς παραδομένη στὴ φαντασίωσή της, τὸ ἔμπηξε στὸ στομάχι καί στὰ πλευρά τοῦ ζώου, ποὺ ἔσπασαν ὑπό τὴν πίεση τοῦ τῶρα λεκιασμένου μὲ κίτρινες κηλίδες λίπους μαχαιριοῦ. Τὸ χέρι της, τὸ μικροσκοπικό της χέρι, βούτηξε μέσα στὴν κοιλιά τοῦ ζώου, τράβηξε τὸ περικάρδιὸ του καὶ ἀπέσπασε τὴ μικροσκοπική, μικροσκοπικὴ ὅσο καί τὸ χέρι της, ὠοειδὴ καρδιά. Καθῶς τὴν πίεσε ἀνάμεσα στὰ δάχτυλά της, ὅσο λίγο αἷμα εἶχε μείνει μέσα της πετάχτηκε ἔξω καὶ ἔτρεξε στὰ χέρια της, καταμουσκεύοντάς τα μὲ κόκκινο.
«Σοβαρά, τὶ γίνεται ἐδῶ;»
Ὁ Πέτρας Κόλνας εἶχε καταφέρει νὰ ὑποφέρει μὲ περίσσιο θάρρος ὅλη τὴ διαδικασία, ἀλλὰ ἡ θέα τοῦ κοριτσιοῦ ποὺ κρατοῦσε στὸ χέρι της τὴν καρδιά τοῦ ζώου καὶ ἔστυβε ἀπὸ αὐτὴν τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα ζωῆς τοῦ προκαλοῦσε συγκεκριμένα αἰσθήματα ὁλοκλήρωσης –αἰσθήματα ποὺ εἶχε νὰ νιώσει ἀπό τὶς μέρες ποὺ πολεμοῦσε στὸ πλευρό τοῦ πατριοῦ της στὸ δάσος, τὶς μέρες τοῦ πολέμου– πού τὸν ἀναστάτωναν σὲ βαθμὸ ποὺ ἔπρεπε νὰ ἀπαιτήσει κάποιου εἴδους ἐξήγηση ἐπ’ αὐτοῦ. Στὴ μικρὴ φαντασίωση τῆς Χαριτίνης, ἕνα ὄμορφο, χιονάτο χέρι, τὸ χέρι τοῦ Αὐτοκράτοραῶν Ἐρειπίων[4] στηριζόταν στὸν ὦμο της.
–«Τὰ πῆγες περίφημα. Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἀπὸ ἐδῶ καὶ στὸ ἐξὴς εἶσαι μέλος τῆς Λέσχης τοῦ Φωτός[5]. Ἐξ’ ἄλλου, ποιὰ ἀδύναμη, κοριτσίστικη καρδιὰ θὰ ἄντεχε στὴ θέα ὅλου αὐτοῦ τοῦ αἵματος;»
Ἔχω τὴ δύναμη νὰ κινήσω τὸν κόσμο.
Ἁπλὰ ζήτησέ το.

Ἐπανῆλθε.
Χαμογέλασε στὰ μοῦτρα τοῦ Κόλνα.
«Μιὰ ἐπιθεώρηση. Αὐτὸ γίνεται. Ψάχνω μαγικὴ δύναμη γιὰ νὰ γιατρέψω τὸν πόνο τοῦ πατέρα μου.» Ἔχωσε τὸ λεκιασμένο μὲ αἷμα χἐρι της στὴν τσέπη της καὶ ἔβγαλε ἕνα λαμπερὸ νόμισμα. Τὸ ἔβαλε προσεκτικὰ δίπλα στὸ μαχαίρι ποὺ εἶχε λερωθεῖ μὲ λωρίδες λίπους.
«Σᾶς παρακαλῶ, θυμηθεῖτε μας στὶς προσευχές σας, κύριε Κόλνα.»
Σὲ μιὰ κατάσταση σχεδὸν ὕπνωσης, μὲ χέρια ποὺ δὲν ἀγγίχτηκαν ἀπὸ νερὸ ἀλλὰ ἀξαγνίστηκαν μὲ τῆ δύναμη τοῦ αἵματος, ἡ Χαριτίνη βγῆκε ἀπό τὴν κουζίνα, ἀνέβηκε τὰ σκαλιὰ καὶ βρέθηκε στὸ φῶς, κάτω ἀπό τὸν χαμηλό, γκρίζο οὐρανό τῆς Λιθουανίας. Μέσα ἀπό τὸ πέπλο τοῦ ὀνείρου της, σᾶν νὰ τροχίζονταν μικρὰ μαχαίρια ἤχησαν οἱ φωνὲς τῶν συκοφάγων. Συνειδητοποιῶντας ὅτι εἶχε σχεδὸν περάσει τὴν εἴσοδο, γύρισε καὶ ἄνοιξε τὴν πόρτα τοῦ κλουβιοῦ. Ὅλοι γύρω παρακολουθοῦσαν σὲ ἀπόλυτη, σχεδὸν εὐλαβικὴ σιωπὴ καθῶς ἐκείνη ἔδιωχνε τὰ πουλιὰ ἀπό τὸ κλουβί –χρειάστηκε νὰ πετάξει τὸ τελευταῖο στὸν οὐρανό–. Σχημάτισαν ἕνα σμῆνος καὶ ἔκαναν ἕναν κύκλο, σὰν μικροσκοπικὲς σκιὲς ποὺ τινάζονται στὸν οὐρανό, δοκιμάζοντας στὸν ἀέρα τὰ φτερά τους, ποὺ βρίσκονταν αἰχμάλωτα γιὰ τόσο καιρό.
«Φύγετε», εἶπε ἡ Χαριτίνη. «Ἡ Βαλτικὴ εἶναι ἀπὸ ἐκεῖ. Μείνετε ἐκεῖ γιὰ πάντα.
Τραγουδῆστε γιὰ πάντα.»

Καὶ ὕστερα μιὰ προσευχὴ ποὺ γνώριζε μόνο μία κατεύθυνση καὶ ἕνα Θεὸ ὑψώθηκε στὸ γκρίζο τῆς μέρας, ὅπως εἶχε συμβεῖ 140 χρόνια πρίν.

Ἡ Χαριτίνη ξάπλωσε στὸ κρεβάτι της ἐκεῖνο τὸ βράδυ φορῶντας τὸ φόρεμα ποὺ φοροῦσε νωρίτερα τὴν ἡμέρα. Τὸ μαῦρο, μεταξωτὸ φόρεμα. Ἔμεινε ἐκεῖ ξαπλωμένη σὰν νεκρή, μέ τὸ παράθυρό της ἀνοιστό στὴ νύχτα. Κάθε βράδυ ἔχω ἕναν ἐπισκέπτη ἀπό τὸ σκοτεινὸ παρελθόν. Καὶ ἔτσι ἀφήνω τὸ παράθυρό μου ἀνοιχτό... Νά τος...
Μιὰ φωνή, σὰν ξαφνικὴ μουσικὴ ποὺ ἠχεῖ στὸν ἄνεμο μὲ λίγες νότες ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὴ Δυτικὴ κλίμακα, τῆς τραγούδησε μέ τὶς γνωστὲς λέξεις πού τὴν περιέβαλαν μὲ τυφερὰ αἰσθήματα.
«Σὲ βλέπω καί τὸ φεγγάρι τραγουδᾶ μαζὶ μέ τὴν καρδιά μου.»
«Ἡ καρδιά μου χοροπηδᾶ σὰν δῶ ἐσένα, ποὺ ἔμαθες στὴν καρδιά μου νὰ τραγουδᾶ.»
Ψηλός, ἰσχνός, γεροδεμένος, μὲ κινήσεις αἰλουροειδοῦς, γλίστρησε μέσα ἀπό τὸ παράθυρο ἀθόρυβα.
Ἦταν προσεγμένα ὄμορφος, ὅπωε πάντα, μέ τὸν ψηλὸ γιακά τῆς μαθητικῆς του στολῆς[6] νὰ περικλείει ἕνα μακρύ, λεπτό, σχεδὸν κοροτσίστικο λαιμό. Ἐκτὸς ἀπό τὰ χέρια καί τὸ πρόσωπό του, ἡ στολὴ ἄφηνε ἐκτεθειμένο αὐτό τὸ ἐξαίσιο μέρος του, τὸν αὐχένα του, τὸ βαθούλωμα τοῦ λαιμοῦ του... Ἡ Χαριτίνη παραδεχόταν στὸν ἑαυτό της κάθε βράδυ ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ πιὸ ἀξιέραστο χαρακτηριστικὸ ποὺ εἶχε συναντἠσει ποτὲ σὲ ἀνθρώπινο ὄν. Καὶ οἱ βλεφαρίδες του, οἱ μακριὰς βλεφαρίδες του, διπλώνονταν σὰν φτερὰ κορακιοῦ, ἀνέμιζαν σὰν πεταλοῦδες, ἔμπαιναν ἀνάμεσά τους στὰ φιλιά τους πότε πότε. Μέσα ἀπὸ αὐτές τὶς σκοτεινές, χαμηλωμένες βλεφαρίδες εἶχε ἀρκετὲς φορὲς παρατηρήσει, μέ τὴν καρδιά της νὰ ὀρύεται στὸ στῆθος της, τὴ θαμπὴ φλόγα τοῦ πόθου.
«Παρασύρθηκες στὸ σκοτάδι γιὰ τόσο καιρό.»
Κάθισε δίπλα της στὸ κρεβάτι, ἀλλᾶ δὲν ὑπῆρχε βάρος γιὰ νά τὸ κάνει νᾶ βουλιάξει. Ἀκόμα καὶ καθιστός, ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑφώνεται ἀπὸ πάνω της, εὔθυμος σάν τὸ μίσχο ἑνὸς χρυσάνθεμου.
Τὰ λοξὰ μάτια του, σὰν βαμμένα μὲ μελάνι πάνω στὸ ἄσπρο σὰν χαρτὶ πρόσωπό του, τὴν κάρφωναν καὶ ἐξέταζαν κάθε κίνηση τῆς σκέψης της κάτω ἀπό τὴ σκιά τοῦ μαθητικοῦ του καπέλου.
Ἐκείνη εὐχήθηκε νὰ μποροῦσε νὰ κλάψει γιά τὸ πόσο μεγάλη ἦταν ἡ εὐχαρίστηση τοῦ νὰ δέχεται τὸ βλέμμα του, ἀλλὰ ἡ ἀπόλαυση τοῦ ἀκούσματος τῆς φωνῆς του ἔσυρε αὐτή τὴ συγκεκριμένη εὐχὴ πίσω στὴν ὕπνωση.
«Δὲν παρασύρθηκα στὸ σκοτάδι. Τὸ σκοτάδι μὲ αἰχμαλώτισε. Ἕνα σκοτάδι σάν τὸ δικό σου. Ἀπό τὸ σκοτάδι ἦρθες καί μοῦ μίλησες. Σὲ ξέρω, Χοίτσι, σὲ ΒΛΕΠΩ. Καὶ δὲν εἶναι εὔκολη γνώση οὔτε θέαμα. Παρασύρθηκες καὶ σὲ μένα, ἐπίσης.»
Τὰ πρόσωπά τους χώριζαν μερικὰ ἑκατοστὰ καὶ ἐκείνη μύριζε τὸ ἔντονο ἄρωμα ἀπό τὶς καμέλλιες ποὺ κουβαλοῦσε μαζὶ μέ τὴ θλιβερή του ὕπαρξη. Ἔνιωσε νοσταλγία γιὰ κάποιες ἀναμνήσεις ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ καταλογίσει στὶς δικές της ἐμπειρίες ἀπό τὴ ζωή.
«Ναί. Στὴ γέφυρα τῶν ὀνείρων.»
Εἶπε ἥσυχα στὸ πρόσωπό της μὲ μιὰ ἤρεμη ἰδέα χαμόγεου χαραγμένη στὰ βαμμένα μὲ σκοῦρο χρῶμα χείλη του.
Ἡ Χαριτίνη πίεσε τὸ χέρι της, ἀμυδρά εὐωδιασμένο ἀκόμα ἀπό τὸ αἷμα, στὰ ἴδια ἐκεῖνα χείλη, χείλη δίχως φῶς.
«Ἕνα πραγματικὰ ἄγγιγμα εἶναι καλύτερο ἀπό τὴ γέφυρα τῶν ὀνείρων.»
Ἔβαλε τὸ χέρι της πίσω ἀπό τὸ κεφάλι τοῦ Χοίτσι καί τὸν φίλησε στὸ στόμα, ἕνα φιλὶ ὅμοιο μὲ μπουμπούκι ποὺ ἀνθίζει καὶ ἀνοίγει γρἠγορα. Πίεσε τὸ μέτωπό της στὸ στόμα του καθῶς ξεκούμπωνε τὸ πάνω μέρος τῆς στολῆς του, μὲ ὅλα τὰ κουμπιά στὴ θέση τους. Κράτησε τὴν ἀγάπη σου, κράτα την ἀξόδευτη γιὰ μένα. Ἐκεῖνος τὴν κράτησε ἀπὸ πάνω του καὶ κοίταξε στὸ πρόσωπό της, ποὺ ἔλαμπε. Τὸ φῶς τοῦ μαύρου ἄστρου χύνεται ἀπό τὸ δέρμα του.
Βρίσκονταν κοντά, κι ὅμως πολὺ μακριά. Τὸ φόρεμά της ἔπεσε. Μάτια, στήθη, λάμψεις φεγγαρόφωτος στοὺς γοφούς της, συμμετρία πάνω σὲ συμμετρία, ἡ ἀνάσα του νὰ κόβεται. Τὰ χείλη της, ἡ ἀνάσα της στὸν αὐχένα του, στὸ βαθούλωμα τοῦ λαιμοῦ του...
Ὑπέροχα.
«Εἶδα ἕνα πεφταστέρι χθὲς βράδυ...» μίλησε, ζαλισμένη ἀνάμεσα στὶς γρήγορες ἀνάσες της, μέ τὰ χέρια της να τὸν σφίγγουν ἀπεγνωσμένα. Ἔνιωσε τὰ μάτια της νὰ ὑγραίνονται ἐπικίνδυνα.
«Κάποιος πρέπει νὰ πέθανε» φίλησε τὶς λέξεις μία μία στὰ χείλη της καθῶς τὴν ξάπλωνε μέ τὴν πλάτη στὸ κρεβάτι προσεκτικά, νά μὴ χτυπήσει τὸ μικρό της κορμί.
«Δὲ μὲ καταλαβαίνει κανεῖς»
Πνίγηκε ἀνάμεσα σὲ αὐτὸ ποὺ εἶχε ἐξελιχθεῖ ἀπὸ ὑγρασία στὰ μάτια σὲ λυγμούς, εἰσπνέοντας τὸ χαλαρωτικό του ἄρωμα σὲ κάθε λαχανιασμένη ἀνάσα.
«Αὐτὸ εἶναι ἡ μόνη σου πηγή ὑπερηφάνειας.» ἀγκάλιασε τὸ μάγουλό της στὸ χέρι του καὶ κοίταξε στὸ ποταμιασμένο τῶρα ἀπά τὰ δάκρυα πρόσωπό της, ἐνῶ τὸ σῶμα της τοῦ τὴν παρέδινε, ἐλαφρῶς τρεμάμενη. Περίεργα.
Τὰ χέρια σου εἶναι τόσο κρύα. Δὲν ἀντέχω τὰ γλοιώδη βρωμόχερα τοῦ κόσμου γύρω μου»Ἔβαλε τὸ χέρι της γύρω ἀπό τὸν καρπό του ἀλλὰ ἐκεῖνος τὸ πῆρε εὐγενικά.
«Ὄχι. Δὲν ἐπιτρέπεται νά μὲ ἀγγλιζεις τὴν ὥρα ποὺ ἐγώ σὲ κοιτάζω τῶρα.»
Σὲ αὐτό τὸ σημεῖο, ἡ Χαριτίνη δὲν καταλάβαινε κάν ὅλους τοὺς λιγμοὺς καί τὰ ἀναφιλητὰ ποὺ ξεχύνονταν ἀπό τὸ στόμα της. Ἔνιωθε τὴν κάθε του κίνηση τόσο ὁλοκληρωτικά, σὰν νὰ χτίζει κάτι μέσα της, καθῶς τὰ μακριά, καθαρὰ καὶ τρυφερά του δάχτυλα χάιδευαν ὅλο τὸ μικρό της σῶμα, μέ τὸν τρόπο ποὺ κάποιος τυφλὸς θὰ ἐξέταζε τὸ σχῆμα ἑνὸς πολυαγαπημένου προσώπου, ποὺ ἄλλοτε συνήθιζε νὰ χαζεύει μέ τὶς ὧρες.
Μὴ φοβᾶσαι τίποτα.
Μπωντλαίρ σὲ μπράιγ.[7]
Τὰ χέρια της σηκώθηκεν γιὰ νὰ πιάσουν τὰν ἄντρα ποὺ βρισκόταν ἀπὸ πάνω της καὶ τυλίχτηκαν σφιχτὰ γύρω ἀπό τὸ λαιμό του, αὐτόν τὸν ἐξαίσιο λαιμό.
«Θέλω νὰ μὲ βλέπεις.»
Φρόντισε νὰ χρησιμοποιήσει τέλεια καὶ μὲ προσοχή τὸν κόπο της, ξέροντας ἀκριβῶς ποῦ βρίσκονταν τὰ σαγηνευτικότερα τῶν θεαμάτων.
Καὶ ἐκείνη ἐνθουσιάστηκε.

Ὅλα ὅσα δὲ βλέπει κανεῖς.
Τὰ βλέπεις.

Εἶδα ἕνα πεφταστέρι χθὲς βράδυ.

Εὐχήθηκα:
Θέλω νὰ μείνω ἐδῶ.
Εὐχήθηκα:
Ἄς εἶναι ἀρκετὸ
Εὐχήθηκα:
Ἀγαπῶ μονάχα ἐσένα.
Εὐχήθηκα:
Ἁπλά.

Θυμήσου με στὶς προσευχές σου.

*

Στὸ ἀστυνομικὸ τμῆμα Κάουνας, ἕνα τηλέφωνο χτύπησε δίπλα στὴ σόμπα, κοντά στὸ γραφεῖο μου. Παρόλο ποὺ ἤμουν Ὑπολοχαγός, δὲν εἶχα ἀποκτήσει άκόμα ἰδιωτικὸ γραφεῖο, ἀλλὰ εἶχα τὸ προσωπικό μου γραφεῖο στὸ κοινὸ δωμάτιο τῆς ἀστυνομίας, ὅπου μεγαλύτερο κύρος σήμαινε μικρότερη ἀπόσταση ἀπό τὴ σόμπα. Τῶρα, στὸ τέλος τῆς ἄνοιξης, ἡ σόμπα ἦταν κρύα καὶ πάνω της στοιβάζονταν χαρτιά. Τὸ πενήντα τοῖς ἑκατό τῆς χαρτούρας στὸ γραφεῖο μου ἦταν γραφειοκρατικὰς σαχλαμάρες καί τὰ μισὰ ἀπὸ αὐτὰ θὰ μποροῦσαν νὰ πεταχτοῦν μὲ ἀσφάλεια, κατά τὴν ἄποψή μου, φυσικά.
Σήκωσα τὸ τηλέφωνο.
«Λέγετε.»
«Θὰ ἔπρεπε νὰ πεῖς δύο λόγια στὴν κόρη σου.»
Ἡ φωνή τοῦ Πέτρα Κόλνα ἀκουγόταν ἀνήσυχη ἀπό τὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γραμμῆς.
«Γιατὶ αὐτό;»
«Σκέψου το. Τὸ συζητήσαμε τὴν τελευταία φορὰ ποὺ δειπνήσαμε μαζί.»
«Λοιπόν, κάποιος πρέπει νὰ ἀπαντάει γρηγορότερα. Σκέψου το καὶ αὐτό.»
Ἔκλεισα τὸ τηλέφωνο.
Νά τὰ πράγματα ποὺ χρειαζόταν νὰ φροντίσω: μὲ ἐπίσημο τηλεγράφημα τὴ λίστα τῶν ἀλλοδαπῶν ποὺ εἶχαν βίζα γιά τὴ Λιθουανία.
Ἡ διαταραχή τῆς κόρης μου δὲν βρισκόταν σὲ καμία λίστα.
Παιδιὰ σὰν αὐτὴ καὶ ἄνδρες σὰν ἐμένα γοητεύονταν πἀντα μὲ ἕνα πράγμα:
Tὸ θάνατο.
Ἄναψα ἕνα τιγάρο καὶ φύσηξα ἕνα σύννεφο καπνοῦ στὸ γκρίζο φῶς ποὺ ἐρχόταν ἀπό τὰ ψηλὰ παράθυρα. Θα προσεύχομαι για σένα, κορίτσι μου.
Αὐτό τὸ κορίτσι εἶναι ἡ κόρη τοῦ καλύτεροῦ μου φίλου.
Θυμήθηκε ὅτι ὁ Φεαντόρ Ντραγκούνωφ, μὲ ἕνα λοστὸ στὸ μανίκι του, εἶχε κάποτε σπάσει τὸ ἴδιο του τὸ δόντι προσπαθῶντας νὰ ἀνάψει ἕνα τσιγάρο.
«Ἠλίθιε. Ἔπρεπε νά τὸ εἶχες σκάσει μαζί μου.» εἶπα στὸν Φεαντόρ, ὅπου κι ἄν ἦταν.
Στὴν κόλαση, πιθανότατα.

Μιὰ φορά, ὅταν ὁ Φεαντόρ ἦταν ἀκόμη ζωντανός, ἐγὼ νεότερος καὶ ἐκείνη ἁπλὰ ἕνα παιδί, ἦρθε σὲ ἐμένα, περπατῶντας μὲ μικρά, ἀβέβαια βήματα ἀνάμεσα στὰ γραφεῖα τοῦ ἀστυνομικοῦ μήματος, τύλιξε τὰ χέρια της γύρω ἀπό τὸ πόδι μου καὶ εἶπε:

«Ἐνρίκας, σ’ ἀγαπῶ ἐδῶ καὶ ἑκατὸ χρόνια!»

Κι ἐγὼ κορίτσι μου, κι ἐγώ.

Εἶμαι ἕνα ἀστέρι, εἶσαι ἕνα ἀστέρι. Μᾶς εἶπαν νὰ καοῦμε. Καὶ κανεῖς δὲν θά μᾶς βρεῖ. Οἱ φωνές μας θὰ γλιστρήσουν καὶ ὁ πάγος θὰ σπάσει. Καὶ κανεῖς δὲν θὰ μείνει χωρὶς ἕνα κλειδί.
Καί τὸ χέρι μου δὲν τρέμει.
Εἶναι μιὰ χαρά τὸ χέρι μου.
Ἀλλά... Νὰ συγχωρήσω...; Ποτέ.
Ποτὲ μή μοῦ τὸ ζητήσεις!

Μή μοῦ τηλεφωνήσεις.
Κουράστηκα.
Κουράστηκα.

Στ’ ἀλήθεια.

Μὴ μοῦ τηλεφωνήσεις ξανά.[8]

 


[1] Τραγούδι τοῦ βρετανικοῦ πὸστ-πὰνκ/ῥὸκ συγκροτήματος “Joy Division”. Ἡ Χαριτίνη καὶ ὁ Χοίτσι μοιράζονται τὴν ἀγάπη γιά τὴ μουσική τῶν Joy Division, καθῶς καὶ κάποια ὁμοιότητα μέ τὸν φρόντμαν τοῦ συγκροτήματος, Ίαν Κούρτις, ὁ ὁποῖος ὑπέγερε ἀπὸ κατάθλιψη καὶ κρίσει ἐπιληψίας, σὲ σημαῖο ποὺ αὐτοκτόνησε στὶς 18 Μαΐου 1980.

[2] Οἱ συκοφάγοι εἶναι εἶδος πουλιῶν, ποὺ ἀνατρέφονται εἰδικὰ γιὰ νὰ σερβίρονται ὡς λιχουδιά στὴ γαλλικὴ κουζίνα.

[3] «Στὸ ἐρωτικὸ πάθος, ὑπάρχει ἀλήθεια» (Λατινικά)

[4] “Haikyo No Tenno” εἶναι ὁ τίτλος μέ τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσαν τὸν Χιρογιούκι Τσουναγκάβα (Hiroyuki Tsunegawa), ἀρχηγό τῆς «Λέσχης τού Φωτός», τὰ ὑπόλοιπα μέλη, ὡς ἔνδειξη σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἐξουσία του. Ἀκολουθεῖ τὸ μοτίβο τῶν τίτλων ποὺ δίνονταν στοὺς αὐτοκράτορες μεταθανάτια (π.χ. ὁ Αὐτοκράτωρ Χιροχίτο ἀναφερόταν μεταθάνατον ὡς «Αὐτοκράτωρ τῆς Σόουα» (δηλ. “Showa No Tenno” ), ὅπου τὸ «Σόουα» ὑποδεικνύει τὴν περιοχή τοῦ βασιλείου του ποῦ, μετά τὸ θάνατό του, γίνεται τὸ ἴδιο του τὸ ὄνομα, συμβολίζοντας ὅτι αὐτὸς ἐνσαρκώνει τὴν περιοχή τοῦ βασιλείου του.)

[5] Σὲ μιὰ ἄλλη ἱστορία, ὅπου καταγράφονται τὰ γεγονότη τῆς ζωῆς τοῦ Χοίτσι, ἡ «Λέσχη τοῦ Φωτὸς» ἀναφέρεται ὡς τὸ ὄνομα μιᾶς ὀργάνωσης τῆς ὁποίας ἐκεῖνος ὑπῆρξε ἰδρυτικὸ μέλος, καὶ ἡ ¨οποία ἰδρύθηκε ἀπὸ μιὰ ὁμάδα ἐννιὰ μαθητῶν Λυκείου κατά τὴν πρώιμη ἑποχὴ «Τάισο» τῆς Ἰαπωνίας (1912-1926). Ἡ ὁμάδα γρήγορα προχώρησε ἀπὸ μιὰ σειρὰ φαινομενικὰ ἀσύνδετων φόνων σὲ πράξεις τρομοκρατίας ἀκροδεξιᾶς παράταξης, τὴν ὥρα πού τὸ ῥιζοσπαστικὸ κίνημα εἶχε ἀρχίσει νὰ ἐξαπλώνεται σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἰαπωνία. Τὰ μέλη προέρχονταν ἀπὸ ἀξιοσημείωτα πλούσιες ίκογένειες καί τοὺς ἀποδιδόταν ἕνας «ἀριθμὸς» ποὺ ὑποδείκνυε τὴ «σημασία» τους γιά τὴν «εὐημαρία» τῆς λέσχηςκαὶ καθοριζόταν ἀπό τὴν ὑποκαό τους στοὺς κανονισμούς της. Ἐπίσης, ἕνα νέο «ὄνομα», παρόμοιο μὲ κωδικὸ ὄνομα, τοὺς δινόταν γιὰ νά τοὺς ταυτίζει μέ τὶς «ἐνέργειες» τῆς λέσχης. Ἀργότερα καθοριζόταν ἕνας «τίτλος» στὸν καθέναν, ‘πὸ ἐκεῖνον ποὺ κατεῖχε τὴ θέση τού «Αὐτοκράτορα τῶν Ἐρειπίων» γιὰ νὰ τιμήσει τὰ κατορθώματά τους.
Τὰ μέλη καταγράφονται παρακάτω, μαζὶ μέ τοὺς ἀριθμοὺς πού τοὺς δόθηκαν, βασισμένοι στὴ σπουδαιότητά τους γιά τὴν ἐπιτυχία τῆς λέσχης, τὰ «κωδικὰ τους ὀνόματα» καί τοὺς «τίτλους» τους.
1. Ἰσιγκάβα «Νίκο» Ναριτόσι, Ὁ Ἱππότης Τῆς Πίστης
2. Ῥάιζο «Ἄννα» Ἰτσιχάσι, Ἡ Παρθένος Τοῦ Σκότους
**Σημείωση: ὁ Ῥάιζο Ἰτσιχάσι εἶναι “okama”, δηλαδὴ ἕνας θηλυπρεπὴς ἄνδρας ποὺ δρᾶ σὰν γυναῖκα καὶ γι’ αὐτὸ ἔχει τὸν τίτλο τῆς «παρθένου» καὶ ἕνα «γυναικεῖο» κωδικὸ ὄνομα.
3.
Χοίτσι «Ὁ Κωφὸς» Κοιζούμι, Τὸ Μάτι Τῆς Ἀπελπισίας
4. Σούντα «Ντεντάκου» Τακούζου, Τὸ Ἀγόρη Τῆς Ἐπιστήμης
5. Ἀτσούσι «Ντάφου» Σουμιτόμο, Ὁ Μονόφθαλμος Ὀνειροβλεψίας
6. Ταμίγια «Λάιτ» Χιρόσι, Ἡ Σφαίρα Τῆς Ἀλήθειας
7. Γιαμάντα «Γιακόμπου» Κομπουχέι, Ὁ Παλιάτσος Τῆς Βάσης
8. Ἀμέγια «Λίτσι» Νοριμίζου, Τὸ Σκληρὸ Ἀγόρι
9. Χιρογιούκι «Ζέρα» Τσουνεγκάβα, Ὀ Αὐτοκράτωρ Τῶν Ἐρειπίων  

[6] Τὸ «γκακοῦραν» εἶναι εἶδος γιαπωνέζικης σχολικῆς στολῆς, ποὺ φοροῦν (ἀρσενικοὶ_μαθητὲς λυκείου. Περιλαμβάνει μαῦρο πάνω μέρος μὲ ψηλὸ γιακὰ καὶ κουμπιὰ ποὺ συνήθως φέρουν τὸ ἔμβλημα τοῦ σχολείου ὡς ὑπόδειξη σεβασμοῦ καὶ μαῦρο, ἴσιο παντελόνι.  Μερικὲς φορὲς χρησιμοποιοῦνται καρφίτσες στὸ γιακὰ γιὰ νὰ δείξουν τοὺς βαθμούς τοῦ μαθητή στὴν τάξη ἤ τὸ σχολεῖο ποὺ πηγαίνει. Τὸ μαθητικὸ καπέλο φέρει ἐπίσης τὸ ἔμβλημα τοῦ σχολείου ἤ τῆς ἀκαδημίας ὅπου παρακολουθεῖ ὁ μαθητής. Ἐπίσης, κατὰ ἕνα διάσημο ἔθιμο, τὸ δεύτερο κουμπί τοῦ γκακοῦραν δίνεται σ’ ἕνα κορίτσι ποό τὸ ἀγόρι ἀγαπᾶ, μετά τὰ τρία χρόνια τοῦ Λυκείου. Λέγεται ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ κοντινότερο στὴν καρδιὰ καὶ περιέχει ὅλα τὰ αἰσθήματα ποὺ εὐτὸς ἔχει χτίσει γιὰ ἐκείνη κατά τὰ χρόνια τῆς ἐνηλικίωςῆς του.  

[7] Ὁ Σάρλ Πιέρ Μπωντλαίρ ἦταν ἕνας διάσημος, κατὰ πολλοὺς ἀμφιλεγόμενος ἤ παρακμιακὸς Γάλλος ποιητής τοῦ 19ου αἰώνα.
Τὸ Μπράιγ εἶναι ἕνα σύστημα γραφῆς καὶ ἀνάγνωσης ποὺ χρησιμοποιεῖταο ἀπὸ τυφλοὺς καὶ ἀνθρώπους μὲ προβλήματα ὅρασης, καὶ μπορεῖ νὰ βρεθεῖ σὲ βιβλία, καταλόγους, πινακίδες, κουμπιὰ ἀνελκυστήρων καὶ νομίσματα.
Τὸ «Μπωνταίρ σὲ Μπράιγ» εἶναι ἐπίσης ἕνας στίχος ποὺ τραγουδιέται κατ’ ἐπανάληψη ἀπό τὸ Φιλανδέζοκι συγκρότημα H.I.M. στὸ τραγούδι “Love, The Hardest Way” («Ἀγάπη, Ὁ Δυσκολότερος Τρόπος»).

[8] «εἶμαι ἕνα ... τηλεφωνήσεις ξανά.»: τὸ πρωτότυπο στὰ ῥώσικα:
“ .......”