Odd06

To a boy-tiger.

Μέ τὸ κεφάλι μου σκυμμένο, τὰ μάτια μου κοιτάζουν τὸ δρόμο χωρὶς νά τὸν βλέπουν, τὰ πόδια μου περπατοῦν χωρὶς νά τὰ κινῶ, τὸ κορμί μου καὶ ὄχι ἐγὼ περπατᾶ στὰ σοκάκια τῆς γειονιᾶς καὶ ὄχι στοὺς δρόμους τῆς ζωῆς. Ὄχι στοὺς δρόμους τῆς ζωῆς, εἶπα. Καὶ οἱ βιολογικές μου ἀνάγκες ἐξασθενοῦν ὅταν παύω νὰ ζῶ. Ἤ ἴσως δυσανασχετοῦν μέ τὴν ἀμέλειά μου νά τὶς φροντίσω καὶ κλειδώνονται ἐρμητικὰ στὰ σπιτάκια τους, ἐκεῖ στὶς φωλιές τοῦ μυαλοῦ μου.

Ἐκεῖ ζεῖ μιὰ θεότητα. Ἡ δική μου θεότητα εἶναι καλύτερη ἀπό τὶς ἄλλες, ποὺ δὲν ἔχουν φυσικὴ ὑπόσταση καὶ μόνο τὶς φανταζόμαστε. Ἡ δική μου ἔχει σάρκα καὶ ὀστά, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἔχει καμία σημασία, ἀφοῦ καὶ πάλι μόνο νά τὴ φαντάζομαι μπορῶ. Καὶ ὧρες ὧρες τὴ νιώθω τόσο κοντὰ ποὺ ἀγγίζω τὰ μαλλιά της. Μὰ ἡ ἰδιαιτερότητά της βρίσκεται στὸ ὅτι ὑπάρχει μόνο γιὰ μένα. Καί τὸ σκοτάδι θά τὴ φέρει κοντά μου, γιὰ νά τὴν ξαναπάρει πίσω. Καὶ ἐγὼ θὰ σωθῶ ἤ θὰ πεθάνω.

Ῥόδα. Ῥόδα τῶν Βερσαλιῶν. Ὅλοι οἱ πιστοὶ θυσιάζουν στοὺς θεούς τους. Καὶ ζοῦν μέ τὴν ψευδαίσθηση ὅτι αὐτὸ σημαίνει κάτι γι’ αὐτούς. Κάποιος εἶπε ὅτι ἡ αὐταπάτη εἶναι ἡ πρώτη καῖ ἡ καλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς ἡδονές.

Ὅταν ἔρχεται νά μὲ δεῖ, εἶναι τὸ φῶς μου.
Ἐκείνη τὸ φῶς τοῦ μαύρου ἀστεριοῦ καὶ ἐγὼ ἡ πέτρα ποὺ λάμπει στὸν ἐνθουσιασμό της γιά τὴν Ἀποκάλυψη.
Χωρὶς αὐτὴν δὲν ὑπάρχει φῶς.
Μονάχα λευκὴ ἄβυσσος.
Ὦ μεγάλη καὶ τρανή, προσπέφτω στὴ θεϊκὴ θωριά σου!
Γιὰ σένα προσεύχομαι, Μεγάλη Θεά, μέρα καὶ νύχτα.
Γιὰ σένα νιώθω νὰ ἐκστασιάζεται κάθε κύτταρο τοῦ κορμιοῦ μου, σὲ κρύο ἤ ζέστη.
Γιὰ σένα, αὐτὴ ἡ κρυφὴ οὐσία πού μᾶς κάνει «μεγάλα ὄντα» ῥέει καὶ πάλι στὸ αἷμα μου.

Ποιὸ σκοτάδι θά σὲ φέρει κατὰ δῶ, μοῦσα ἀεικίνητη, πνεῦμα γεμάτο ἐνάργεια καὶ σαρκίο φλόγινο; 
Ποιὰ σκοτάδι θά σὲ φέρει Πατέρα στὸν Ἄσωτο Ὑιό;